Γράμματα


Εικόνα Αρχικής Σελίδας Περιοδικού

Αλεξάνδρεια, 1911-1919 (αρ. τχ. 1-41, τ. Α’-Ε’) / Γράμματα Νέα Περίοδος, 1920-1921 (αρ. τχ. 1-6, τ. ΣΤ’). Η στάχωση των τευχών κάθε χρονιάς σε τόμους έχει στερήσει τα εξώφυλλα των φυλλαδίων με τις ενδείξεις κυκλοφορίας τους. Πληροφορίες για την περιοδικότητα της έκδοσης αντλούνται πλέον από επιστολόχαρτά της, στα οποία ο υπότιτλος παρουσιάζει τις ακόλουθες μεταβολές: Μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό (1911-1912)• Δίμηνο περιοδικό. Ο τόμος 400-450 σελίδες (1913-1914)• Τρίμηνο λογοτεχνικό περιοδικό. Ο τόμος 550-600 σελίδες (1915-1919) Δίμηνο περιοδικό (1919-1921). Ασφαλέστερο κριτήριο για την περιοδολόγηση της έκδοσης είναι οι αλλαγές στη συντακτική της ομάδα: ο τ. Α’ (Φεβρ. 1911 - Ιούν. 1912) αναγράφει ως «ιδρυτές και συντάκτες» τους Δημήτρη Ζαχαριάδη. Χρίστο Ζερβό, Γιάννη Γ. Κασιμάτη, Στέφανο Πάργα και Βύρωνα Κ. Πασχαλίδη. Από τον τ. Β’ (Απρ. 1913 - Ιούν. 1914) απουσιάζει ο Ζερβός, εγκατεστημένος πλέον στο Παρίσι, όπου θα διακριθεί ως τεχνοκριτικός. Τα δημοσιεύματα του Ζαχαριάδη συνέχουν τους τόμους αυτούς, εναρμονίζοντάς τους στην αρχική προγραμματική διακήρυξη (περ. Α’). Ο τ. Γ’ (Ιούλ. 1915 - Δεκ. 1916) παρουσιάζει ως «συντάχτες» τους Δ. Ζαχαριάδη, Στ. Πάργα, Μιχάλη Περίδη. Ο Πάργας σημειώνεται χωριστά ως «υπεύθυνος» της έκδοσης. Οι ανακατατάξεις στον αρχικό πυρήνα και η απομάκρυνση του Ζαχαριάδη, ο οποίος δημοσιεύει εδώ μόνο ένα ενυπόγραφο κείμενο, ευθύνονται για την έλλειψη της παρατηρούμενης στους προηγούμενους τόμους συνοχής (περ. Β’). Οι δυο επόμενοι (Ιαν. 1917 - Ιούλ. 1918 και Ιούλ.-Δεκ. 1919) τυπώνονται με «εκδότη και διευθυντή» τον Πάργα κι ανεπίσημες ομάδες συνεργατών. Η έκδοση αποτυπώνει εναργέστερα προσανατολισμούς και αναζητήσεις των αιγυπτιωτών Ελλήνων, εμπλέκεται όμως σε περιπέτειες με τη λογοκρισία και, παρά τις προσπάθειες για ανασυγκρότηση μιας υπεύθυνης συλλογικής ομάδας (με τους Καβάφη, Σκληρό, Ζαχαριάδη), διακόπτεται (περ. Γ’). Ακολουθεί η «νέα Περίοδος» των Γραμμάτων (Ιούλ./Αύγ. 1920 - Μάιος/Ιούν. 1921) με «διευθυντή-διαχειριστήή» τον Πάργα και «αρχισυντάκτη» τον μυημένο στις τριτοδιεθνιστικές ιδεολογικές αντιλήψεις Μιχ. Περίδη. Το περιοδικό αναδιαμορφώνεται, διαφοροποιούμενο προγραμματικά, ακολουθώντας την αυτονόμηση της ριζοσπαστικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου Αιγύπτου. Η ετήσια συνδρομή παραμένει σταθερή (ο τόμος 10 φρ.), όπως και το σχήμα (8°: 24,6 x16,2 εκ.) και το τυπογραφείο (Κασιμάτη και Ιωνά, Αλεξάνδρεια).

Είχε ως κινητήρια δύναμη την αντίθεση Πέντε νέων Αλεξανδρινών (υπαλλήλων και σπουδαστών) στις ανεπάρκειες μιας προϋπάρχουσας έκδοσης (της Νέας Ζωής), που ήταν όργανο συλλόγου, δεσμευόμενο από τις εκάστοτε επιδιώξεις του. Οι ιδρυτές του νέου περιοδικού καινοτομούν παίρνοντας προγραμματικά δέση υπέρ του διανοούμενου, δηλώνουν ότι ξεκινούν από μια αποκλειστικά δική τους ανάγκη, την ανάγκη «ν’ αντικρίζουμε σε κάποιον καθρέφτη τη συνείδησή μας», υμνούν τη ζωή, αναζητούν την αποτύπωση εκφάνσεών της με ειλικρίνεια, ένταση και πάθος, αρνούνται τις δεσμεύσεις φιλολογικών σχολών, διακηρύσσουν ότι θα δέχονταν πρόθυμα μόνο μια «Σχολή της Συγκίνησης» και γίνονται το πρώτο, ως φαίνεται, συγκινησιαρχικό ελληνικό περιοδικό. Με την επίγνωση ότι δεν είναι πολλοί όσοι ενδιαφέρονται «στη ρωμιοσύνη» για την «άδολη λογοτεχνία» και ότι μια «αμοιβαιότητα ενδιαφέροντος μεταξύ των γραφόντων σημειώνει το maximum της φιλολογικής κίνησης», τα Γράμματα προκαλούν «γενικεμμένες συζητήσεις» για την ανεξαρτησία της τέχνης, την ιδιάζουσα λειτουργία της κριτικής, τις «μελλοντικές κατευθύνσεις της φυλής», τα γλωσσοεκπαιδευτικά. Συσπειρώνουν έτσι τις ζωντανές δυνάμεις του μείζονος ελληνισμού της εποχής και καταγράφουν τις κριτικές τους δυνατότητες, επιβεβαιώνοντας τη σημασία που αποδίδουν στην προώθηση του γραπτού ελληνικού λόγου, την ήδη εκφρασμένη με τον λιτό τίτλο του φύλλου τους. «Κανένα συμφέρον δεν πρέπει να εμποδίζει την απερίφραστη διατύπωση ιδεών [... ώστε] να ξεκαθαρισθούν ολίγες κεντρικές ιδέες».

Οι σελίδες των Γραμμάτων αναδεικνύουν μέσα σε ένα γενικότερο πολιτισμικό κλίμα τον ιδιαίτερο αλεξανδρινό τύπο, τον διαμορφωμένο τότε από τις εμπειρίες μιας ανοιχτής μεγαλούπολης, σε μια παροικία της καθ’ ημάς Ανατολής με γόνιμη κινητικότητα και διαρκή επικοινωνία με τη Δύση. Εκπρόσωποί του ο εκδότης Στ. Πάργας, ο ιδιοφυής κριτικός Δ. Ζαχαριάδης, ο οξυδερκής «αντάρτης» στοχαστής Γιώργος Βρισιμιτζάκης. Αυτοί θέτουν ζητήματα, όπως σι πνευματικές και πολιτισμικές σχέσεις με Ευρώπη και Ασία, η σύζευξη δημοτικισμού και κοσμοπολιτισμού, κοινωνικής διαμαρτυρίας και «αλητισμού», γλωσσοεκπαιδευτικών αιτημάτων και σοσιαλιστικών διεκδικήσεων, η ανάγκη εμπλουτισμού της νεοελληνικής λογοτεχνίας με κείμενα, βιβλία νέων «και όχι των αναγνωρισμένων υπογραφών μονάχα», όξυνσης της νεοελληνικής σκέψης με μεταφράσεις σημαντικών εκφράσεων της κουλτούρας της εποχής. Προσδίδουν έτσι κύρος στα Γράμματα, αίγλη στην Αλεξάνδρεια και κίνητρα συσπείρωσης σε μια ομάδα, μεταξύ των οποίων ο Κ.Π. Καβάφης και ο Γεώργιος Σκληρός, συνεργάτες του Πάργα στο περιοδικό και δι’ αυτού στον Εκπαιδευτικό Όμιλο Αιγύπτου. Συντελούν επίσης στη μιμητική προσαρμογή και τη συνακόλουθη βελτίωση της προγενέστερης Νέας Ζωής, αλλά και στη δημιουργία του «μύθου των νέων της Αλεξάνδρειας» που σχολιάζεται στα έντυπα τουλάχιστον ως το 1919.

Η προβολή της τέχνης ως υπέρτατης αξίας, η έμφαση στην έννοια του ωραίου, η κατάφαση στη συμπύκνωση του ποιητικού θέματος έτσι ώστε να αποδίδεται η αίσθηση της στιγμής με ανυπόκριτο και φυσικό τρόπο, που διατρέχουν τις σελίδες των Γραμμάτων, τοποθετούν εξαρχής το περιοδικό στο πλευρό των ανανεωμένων ποιητικών τάσεων. Εξέχων εκπρόσωπός τους αρχικά ο Κώστας Βάρναλης, που συνεισφέρει προτάσεις, ονόματα συνεργατών κι έναν μεγάλο αριθμό ποιημάτων της πρώτης δημιουργικής του περιόδου, αλλά δέχεται και την επιρροή των αλεξανδρινών νεωτερισμών στα πρώτα αισθητικά του κείμενα. Στους τ. Β’ και Γ’ δεσπόζει η παρουσία του Άγγελου Σικελιανού, πυκνή και ενδεικτική των, άγνωστων από άλλες πηγές, τότε αναζητήσεων του: διακόπτοντας την ηθελημένη απομάκρυνσή του από τα νεοελληνικά λογοτεχνικά φύλλα, δημοσιεύει εδώ σημαντικά ποιήματα και αποσπάσματα της εκτενούς ποιητικής του σύνθεσης Πρόλογος στη ζωή, που θεωρείται ως το πιο τολμηρό στιχουργικά έμμετρο έργο της εποχής, δέχεται εγκωμιαστικές κριτικές, αλλά αρνείται κάθε άλλη προαναγγελθείσα υπέρ του έργου του πρωτοβουλία. Ο Κ.Π. Καβάφης παρακολουθεί αδιάλειπτα την πορεία του περιοδικού και συμμετέχει δραστικά σ’ αυτό, όσο του το επιτρέπουν οι ταλαντεύσεις της αρχικής συντακτικής του ομάδας (οι επιφυλάξεις του Γ. Κασιμάτη για την αξία των δημοσιευμένων στον πρώτο τόμο καβαφικών στίχων και η αρνητική στάση του Β. Πασχαλίδη). Η καθιέρωση του έργου του, ενταγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυτοπροσδιορισμού της αιγυπτιώτικης λογοτεχνίας που επιχειρείται μέσα από το περιοδικό, έρχεται στην ύστερη, ώριμη περίοδο της έκδοσης και της οφείλει πολλά. Τα Γράμματα συμβάλλουν επίσης στην πανελλήνια ανάδειξη του Δημοσθένη Βουτυρά, φιλοξενώντας διηγήματά του, τυπώνοντας τον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο έργων του και δημοσιεύοντας την πρώτη αξιόλογη κριτική γι’ αυτόν. Υποστηρίζουν ακόμη τους Τέλλο Άγρα, Κώστα Ουράνη, Κλέωνα Παράσχο, που ενδυναμώνονται εδώ για να εξελιχθούν σε βασικούς συνεργάτες και συντελεστές του μεσοπολεμικού περιοδικού Τύπου.

Ανάμεσα στις συνεργασίες εκπροσώπων της ελληνικής παροικίας ξεχωρίζουν σι μαχητικές συζητήσεις του Σκληρού με τον Ζαχαριάδη, τα κριτικά δοκίμια του δεύτερου και σι συνεργασίες του Βρισιμιτζάκη, τα κείμενα του Νίκου Νικολαιδη, τα κοσμοπολίτικα διηγήματα του Θεολόγου Νικολούδη, τα ποιήματα των Πέτρου Μάγνη, Γλαύκου Αλιθέρση, Νίκου Σαντορινιού, τα κριτικά του Πέτρου •Αλήτη, τα δημοσιεύματα των Χ. Ζερβού, Γιάννη Κεφαλληνού, Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, Ι.Α. Σαρεγιάννη και η σειρά «Τα βιβλία της ζωής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του περιοδικού με ευθύνη του Βρισιμιτζάκη (μεταφράζονται: Fr. Nietzshe, Jean Baptiste Lamark, Michel Bakounine, Rene Chaugi, Andre Loroulot, Albert Libertad, Felix Le Dantec, Ch. Darwin, Diderot κ.ά.). Η σειρά διακινείται ευρύτατα στις εστίες του ελληνισμού της διασποράς και επαινείται από τον Mercure de France (1917). Είναι η εποχή κατά την οποία αρχίζουν να φιλοξενούν αρκετά πρωτότυπα ξενόγλωσσα κείμενα, κυρίως γαλλικά, και επικοινωνούν συστηματικά με ευρωπαίους νεοελληνιστές. Από το 1919 εμφανίζονται με δίγλωσσο λογότυπο (ελληνικό-γαλλικό), ενώ υπάρχει η ανεξακρίβωτη πληροφορία ότι τον Ιούνιο 1922 κυκλοφόρησε μικρού σχήματος παράρτημα με τίτλο και «γαλλικόν περιεχόμενον εις 44 σελίδας» (Ευγ. Μιχαηλίδης, Μητρώον του δημοσιογραφικού περιοδικού τύπου της Αιγύπτου, Αλεξάνδρεια 1964, σσ. 77, 157).

Κατόρθωσαν να κρατήσουν το νεανικό τους παλμό («εμψυχωμένος οργανισμός με τάσεις, ορμές, προτιμήσεις και έχτρες») ανανεώνοντας τη συντακτική τους ομάδα, να διατηρήσουν την ποιοτική τους συνοχή ακολουθώντας αρχές που είχε στερεώσει κατά την πρώτη περίοδο ο Ζαχαριάδης, να παραμείνουν ένα ανοιχτό και δραστήριο βήμα αντιπροσωπεύοντας το πνευματικό ήθος του εκδότη του. Στις δικές του πρωτοβουλίες οφείλονται η επανεμφάνιση του Σκληρού από την Αίγυπτο, η συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη στην έκδοση Τα Έργα του Λορέντσου Μαβίλη, όπως και η λοιπή πλούσια προσφορά του ομώνυμου εκδοτικού τους οίκου, η στήριξη του φύλλου από τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Κύπρου. Το αρχείο του αναδεικνύει πλήθος ιδεολογικών εντάσεων και δυναμικών αναμετρήσεων στο περιθώριο της έκδοσης, ορισμένες από τις οποίες αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης της προσέχοντας διαταραχές στην ενιαία αρίθμηση μέσα στους τόμους (τ. Β’: αρ. τχ. 17-20 και 20- 24• τ. Δ’: αρ. τχ. 37) ή αναγκαστική αλλαγή σελίδας ήδη δεμένου τεύχους (τ. Γ’: αρ. τχ. 28-30, σ. 327).

ΜΑΡΙΑ ΡΩΤΑ, Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2008.